Η Τουρκία ένα βήμα πριν την χρεωκοπία

Όταν το 2012 το αμερικανικό Κογκρέσο πέρασε τον Παγκόσμιο Νόμο Μαγκνίτσκι (Magnitsky Act), αρχικά κατά αξιωματούχων του Κρεμλίνου και έπειτα γενικώς κατά αλλοδαπών που εμπλέκονται σε υποθέσεις διαφθοράς, κανείς δεν φανταζόταν ότι ο νόμος θα χρησιμοποιούνταν ποτέ κατά της κυβέρνησης μιας χώρας – συμμάχου στο ΝΑΤΟ.

Την 1η Αυγούστου, όμως, το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ χρησιμοποίησε τον Νόμο Μαγκνίτσκι για να επιβάλει πάγωμα περιουσιακών στοιχείων στους υπουργούς Δικαιοσύνης και Εσωτερικών της Τουρκίας.

Παρά το ότι και οι δύο πλευρές, Ερντογάν και Τραμπ, υπονόησαν ότι θα βρεθεί τρόπος επίλυσης της κρίσης, οι αγορές είχαν άλλη γνώμη. Το τουρκικό νόμισμα κατέγραψε ιστορικό χαμηλό έναντι του δολαρίου. Από την αρχή της χρονιάς η λίρα έχει χάσει το 40% της αξίας της.

Μόλις πριν από τρεις εβδομάδες Τουρκία και ΗΠΑ βρίσκονταν στα πρόθυρα μιας συμφωνίας που θα έστρωνε τον δρόμο για πρόοδο σε διάφορα δύσκολα τουρκικά προβλήματα. Η Τουρκία θα απελευθέρωνε τον Άντριου Μπράνσον, τον Αμερικανό πάστορα που έχει φυλακίσει από το 2016 με κατηγορίες περί τρομοκρατίας, ενώ η Αμερική θα επέτρεπε στον Χακάν Ατίλα, τον Τούρκο τραπεζίτη, έμπιστο του Ερντογάν, που έχει καταδικαστεί για παραβίαση του εμπάργκο εναντίον του Ιράν, να εκτίσει την υπόλοιπη ποινή του στην πατρίδα του.

Η κατάρρευση του ντιλ

Όμως το ντιλ κατέρρευσε όταν η Άγκυρα απαίτησε ακόμη περισσότερα: Ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας ζήτησε από την Αμερική να σταματήσει κάθε έρευνα σχετικά με τη Halkbank, την κρατική τουρκική τράπεζα στην οποία εργαζόταν ο Χακάν Ατίλα. Από τη Halkbank, όμως, είχε αρχίσει να ξηλώνεται το πουλόβερ όταν οι ΗΠΑ άρχισαν να ασκούν οικονομική πίεση διαπιστώνοντας ότι στο σκάνδαλο εμπλέκονται μέλη της κυβέρνησης της Τουρκίας. Έτσι οι Τούρκοι, αντί να απελευθερώσουν τον Αμερικανό πάστορα, του επέβαλαν κατ’ οίκον περιορισμό.

Οι ΗΠΑ άρχισαν να κλιμακώνουν τις κυρώσεις. Πριν από λίγες μέρες η Γερουσία ενέκρινε τον νόμο για το μπλοκάρισμα της παράδοσης 100 μαχητικών αεροσκαφών F35 στην κυβέρνηση Ερντογάν ως αντίποινα για την αγορά του πυραυλικού συστήματος αεράμυνας S-400 από τη Ρωσία.

Στον ίδιο νόμο, μάλιστα, επανεξετάζεται το εμπάργκο όπλων που έχει επιβληθεί στην Κύπρο! Συγκεκριμένα επιβάλλεται στον υπουργό Άμυνας και τον υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ να υποβάλουν έκθεση μέσα σε 180 μέρες προς τις αρμόδιες επιτροπές της Βουλής και της Γερουσίας για τη σχέση ασφαλείας ΗΠΑ – Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο εκτελεστικός διευθυντής του Συμβουλίου Ελληνοαμερικανικής Ηγεσίας (HALC) Έντι Ζεμενίδης δήλωσε ότι «η πρόνοια αυτή μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην άρση του αντιπαραγωγικού εμπάργκο όπλων κατά της Κυπριακής Δημοκρατίας και την επίτευξη της στρατηγικής αναβάθμισης της Κύπρου, η οποία διακηρύχθηκε ως στόχος της κυβέρνησης Τραμπ».

Πρόσθεσε δε ότι η Κύπρος καθιερώθηκε ως κράτος πρώτης γραμμής για τα δυτικά συμφέροντα ασφαλείας στην Ανατολική Μεσόγειο: «Για πάρα πολύ καιρό οι ΗΠΑ είχαν παραχωρήσει στην Τουρκία τη δυνατότητα να ασκεί ντε φάκτο βέτο σε μια στενότερη στρατηγική σχέση με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο νόμος του προϋπολογισμού Εθνικής Άμυνας μας φέρνει ένα βήμα πιο κοντά σε μία καλύτερη πολιτική».

Μια άλλη κίνηση που προετοιμάζει η Ουάσιγκτον είναι να πιέσει την Παγκόσμια Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης για αναστολή δανείων προς την Τουρκία μέχρις ότου απελευθερώσει τον Μπράνσον και άλλους τρεις υπαλλήλους αμερικανικών προξενείων που κρατούνται.

Στα σκουπίδια

Η Τουρκία είναι εξαρτημένη από την εισροή κεφαλαίων και επιβαρύνεται με 220 δισ. δολάρια εταιρικό χρέος, ποσό που διογκώνεται όσο η λίρα «πέφτει». Σε αυτή την κατάσταση νέες κυρώσεις θα μπορούσαν να αποβούν καταστροφικές και να τσακίσουν την οικονομία της.


Στις 6 Αυγούστου η λίρα κατέγραψε τη μεγαλύτερη ημερήσια απώλεια της αξίας της έναντι του δολαρίου από το 2001. Απ’ όταν ανέλαβε ο Ερντογάν την πρωθυπουργία, το 2003, η τουρκική λίρα έχει χάσει το 70% της αξίας της.

Λίγο πριν από τα μεσάνυχτα της περασμένης Παρασκευής οι οίκοι Standard & Poor’s και Moody’s υποβάθμισαν – ταυτόχρονα – ακόμα πιο βαθιά στην κατηγορία «σκουπίδια» την πιστοληπτική ικανότητα της Τουρκίας. Μάλιστα η Standard & Poor’s επισήμανε ότι η περαιτέρω υποβάθμιση έλαβε υπ’ όψιν και την εκτίμηση ότι ο πληθωρισμός θα ανέβει στο 22% τους επόμενους τέσσερις μήνες.

Η τουρκική οικονομία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα εδώ και καιρό. Μέσω της άφθονης φθηνής πίστωσης και των δημοσιονομικών δαπανών ο πληθωρισμός ανεβαίνει ασταμάτητα, φθάνοντας σχεδόν το 16% τον προηγούμενο μήνα. Το κραχ στη λίρα ανάγκασε μεγάλες τουρκικές εταιρείες σε αναδιάρθρωση χρεών αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Κάποιες από αυτές βρίσκονται στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.

Ο Ερντογάν εμμένει στην, παράλογη για τους οικονομολόγους, άποψή του ότι τα υψηλά επιτόκια δημιουργούν πληθωρισμό και απαιτεί ανάπτυξη με κάθε κόστος. Έτσι ασκεί τεράστια πίεση προς την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας απαγορεύοντάς της ουσιαστικά να πάρει σοβαρά μέτρα. Ο οίκος Capital Economics εκτιμά ότι, με τον πληθωρισμό να καλπάζει, η λίρα θα πρέπει να πέσει κι άλλο για να παραμείνουν ανταγωνιστικές οι τουρκικές εξαγωγές.

Στο μεταξύ η εμπιστοσύνη των επενδυτών στην Τουρκία εξανεμίζεται. Το τέλος της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, στις 18 Ιουλίου, δεν κατάφερε να αντιστρέψει το κλίμα, όπως ήλπιζε η Άγκυρα. Πολλές από τις τερατώδεις υπερεξουσίες της κυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος να απολύει δικαστές και κρατικούς αξιωματούχους με επίκληση αόριστων κατηγοριών περί εθνικής ασφαλείας, «πέρασαν» σε έναν νέο νόμο.

Άλλες υπερεξουσίες έχουν ενσωματωθεί στο καινούργιο σύνταγμα, που παραδίδει την εκτελεστική εξουσία στον Ερντογάν επιτρέποντάς του να διορίζει και να αντικαθιστά ανώτατους αξιωματούχους κατά βούληση και να ακυρώνει πρακτικά κάθε κοινοβουλευτικό έλεγχο.

Πολύ σημαντική για να εγκαταλειφθεί

Ο Ερντογάν είναι έτοιμος να πάρει τον απόλυτο έλεγχο στη νομισματική και δημοσιονομική πολιτική της χώρας. Ήδη έχει απομακρύνει την παλιά οικονομική του ομάδα για να την αντικαταστήσει με μη δοκιμασμένα υπάκουα «φερέφωνα» με βασικό… προσόν την «απόλυτη πίστη στον Πρόεδρο». Χτυπητό παράδειγμα ο γαμπρός του, Μπεράτ Αλμπαϊράκ, τον οποίο διόρισε υπουργό Οικονομικών.

Καμιά από αυτές τις κινήσεις δεν πρόκειται να βελτιώσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών. Η Τουρκία εδώ και χρόνια έχει αρχίσει να αποκλίνει από τη Δύση. Να γίνεται όλο και εντονότερα ισλαμική, να προκαλεί καυγάδες με άλλες χώρες – μέλη του ΝΑΤΟ και να μετατρέπεται σε αυταρχικό καθεστώς υπό τον πρόεδρο Ερντογάν. Κάθε ορθόδοξη οικονομική πολιτική έχει απορριφθεί ως άχρηστη και η ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας είναι ανύπαρκτη.

Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ έχουν δηλητηριαστεί, ο Ερντογάν καταλογίζει τα οικονομικά προβλήματα της χώρας του σε μια συνωμοσία «ξένων εχθρών» και επέβαλε κυρώσεις – αντίποινα έως και 140% σε αμερικανικά αυτοκίνητα, αλκοόλ, καπνό, μέχρι και καλλυντικά.

Τρία είδη κινδύνων

Η Τουρκία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας οικονομικής καταιγίδας. Η κρίση της δημιουργεί τρία είδη κινδύνων:


● Για άλλες αναδυόμενες οικονομίες, που ανησυχούν ότι οι επενδυτές μπορεί να φύγουν αν η κρίση μεταδοθεί.

● Για την ίδια την οικονομία της Τουρκίας, η οποία κοιτάζει κατάματα την άβυσσο μιας βαθιάς ύφεσης.

● Για τη Δύση, της οποίας οι εύθραυστοι δεσμοί με την Τουρκία θα μπορούσαν τελικά να σπάσουν.

Πόσο άσχημα θα μπορούσαν να γίνουν τα πράγματα σε κάθε μια από τις τρεις περιπτώσεις;

Κατ’ αρχάς μια «χιονοστιβάδα» νομισματικών κρίσεων δείχνει απίθανη, κυρίως επειδή τα προβλήματα της Τουρκίας είναι οξέα και ιδιαίτερα. Απ’ όλες τις μεγάλες αναδυόμενες αγορές μόνο η Αργεντινή και η Αίγυπτος έχουν διψήφιο πληθωρισμό (και οι δύο τώρα είναι στο ΔΝΤ) και καμιά δεν έχει τόσο μεγάλο έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών όσο η Τουρκία. Άλλες οικονομίες, με οικονομικά προβλήματα παρόμοια με αυτά της Τουρκίας, διαθέτουν μεγαλύτερα περιθώρια για πολιτικές μανούβρες και έχουν ήδη πάρει μέτρα για να τα αντιμετωπίσουν. Για παράδειγμα η κεντρική τράπεζα της Αργεντινής ανέβασε τα επιτόκια.

Για την ίδια την Τουρκία τώρα, όταν μια οικονομία περιέρχεται σε τέτοια κατάσταση, υπάρχει ένα στάνταρ «πρωτόκολλο» να ακολουθήσει:

● Να ανεβάσει τα επιτόκια για να μειώσει τις πιέσεις που δέχεται το νόμισμα και να καταπολεμήσει τον πληθωρισμό.

● Να ζητήσει επείγουσα βοήθεια από το ΔΝΤ.

● Να εισαγάγει πολιτικές φιλικές προς τις επενδύσεις.

Η Τουρκία προς το παρόν έχει κάνει μόνο περιορισμένες κινήσεις για να μειώσει κάπως την κερδοσκοπία έναντι του νομίσματός της και διατυμπανίζει υποσχέσεις επενδύσεων που θα έρθουν από συμμάχους της όπως το Κατάρ, το οποίο θα προσφέρει μεν δολάρια, αλλά δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2035 στις 23-8-2018

noo