Το Σκοτεινό Εγκληματολογικό Μουσείο της Αθήνας. Σοκαριστικές Εικόνες από τα πιο Φρικτά Εγκλήματα της Ελλάδος.
Www.true.gr

Το Σκοτεινό Εγκληματολογικό Μουσείο της Αθήνας. Σοκαριστικές Εικόνες από τα πιο Φρικτά Εγκλήματα της Ελλάδος.

Η μακρόστενη αίθουσα στο Εργαστήριο της Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας όπου βρίσκεται το Εγκληματολογικό Μουσείο είναι αρκετά φωτεινή και κρύα. Αργότερα μαθαίνουμε ότι δεν υπάρχει καλοριφέρ, επειδή η υψηλή θερμοκρασία δημιουργεί πρόβλημα στη συντήρηση των εκθεμάτων. Τα αντικείμενα που μπορείς να δεις στο Μουσείο Εγκληματολογίας από κοντά δεν είναι τόσο αηδιαστικά και φρικτά όσο μας τα περιέγραφαν ή όσο φαίνονται στις φωτογραφίες. Θυμάμαι τα λόγια ενός συγγραφέα του φανταστικού: «Μπορείς να δεις το πιο απίστευτο πράγμα, αλλά θα αντιδράσεις όπως θα αντιδρούσες στο πιο καθημερινό πράγμα». Και αυτό ισχύει κατά τη διάρκεια της επίσκεψής μας εκεί.

Το Εγκληματολογικό Μουσείο ιδρύθηκε το 1932 από τον καθηγητή Ιατροδικαστικής Ιωάννη Γεωργιάδη και τα τελευταία 83 χρόνια χρησιμοποιείται για την εκπαίδευση φοιτητών της Ιατρικής και της Ιατροδικαστικής, αστυνομικών, εγκληματολόγων και κοινωνιολόγων. Την ημέρα που πήγαμε, το Εργαστήριο Τοξικολογίας είναι γεμάτο με νεαρούς γιατρούς που περιφέρονται στα εργαστήρια, έτοιμοι να κάνουν ανατομία ή νεκροψία σε πτώματα. Η διευθύντρια του μουσείου και καθηγήτρια Τοξικολογίας κ. Μαρία Στεφανίδου-Λουτσίδου που μας υποδέχεται ρωτάει κάπως ανήσυχα έναν συνάδελφό της αν βρέθηκε κάποιο στοιχείο από την τοξικολογική εξέταση που έγινε για κάποιο έγκλημα στον Χολαργό. Καθώς πλησιάζουμε στην είσοδο του μουσείου, έχουμε μια ανησυχία για το αν θα αντέξουμε αυτά που πρόκειται να δούμε. Ήταν σαν να μπήκαμε σε μια μηχανή του χρόνου που σε μεταφέρει σε μια μακρινή εποχή, όταν υπήρχε ακόμη ληστοκρατία, μια εποχή που τη μάστιζαν οι πόλεμοι και η κοινωνία λειτουργούσε με άλλους κώδικες συμπεριφοράς.

Η κ. Στεφανίδου-Λουτσίδου μας κάνει μια μικρή ξενάγηση. Μας μιλάει με θαυμασμό για τον καθηγητή Γεωργιάδη: «Ήταν εμπνευσμένος άνθρωπος, μανιώδης και συστηματικός συλλέκτης πειστηρίων που έχουν σχέση με το έγκλημα. Υπήρξε εδώ καθηγητής από το 1911 έως το 1952 και υπήρξε και ολυμπιονίκης στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες το 1896. Ήταν ολυμπιονίκης στην ξιφασκία και τα ξίφη του τα δώρισε στο Εγκληματολογικό Μουσείο. Επί 50 χρόνια περίπου μάζευε πειστήρια μεθοδικά, επισταμένως, με μεγάλο μεράκι και μεγάλο πάθος. Για να προστατεύσει από τους Γερμανούς τη συλλογή του κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο την είχε θάψει στον αυλόγυρο του μουσείου – τότε στεγαζόταν Ακαδημίας και Μασσαλίας, εκεί όπου τώρα βρίσκεται το κτίριο «Κωστής Παλαμάς»». Το παλιότερο έκθεμα που υπάρχει στο μουσείο είναι η γκιλοτίνα που χρονολογείται από το 1789. Είναι μία από αυτές που κατασκεύασε ο Ζοζέφ Ινιάς Γκιγιοτέν την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης. «Είναι το πιο σημαντικό αντικείμενο στο μουσείο» μας λέει η κ. Λουτσίδου. «Είναι η μοναδική που υπάρχει στην Ελλάδα. Την έφερε το 1830 ο πατέρας του Όθωνα, ο Λουδοβίκος Α’ ο Βαυαρός, για να εκτελεί τους ανθρώπους που ήταν αντίθετοι προς τον βασιλιά γιο του και για τους κατάδικους, αλλά την έφερε και για εκφοβισμό. Το 1834 νομοθετήθηκε ότι θα χρησιμοποιείται για τον αποκεφαλισμό των βαρυποινιτών. Χρησιμοποιήθηκε από το 1836 έως το 1913, οπότε απαγορεύτηκε πλέον η χρήση της. Ήταν περιφερόμενη η λαιμητόμος. Είχε εγκατασταθεί αρχικά στο Μπούρτζι, στο Ναύπλιο – μάλιστα ο Δήμος του Ναυπλίου τη διεκδικεί και θέλει να την πάρει πίσω, αλλά εμείς δεν τη δίνουμε, επειδή αποτελεί έκθεμα του μουσείου. Ανήκε στο Υπουργείο των Στρατιωτικών. Τη φορτώνανε στο πολεμικό πλοίο και την πήγαιναν εκεί που επρόκειτο να γίνουν εκτελέσεις. Έκαναν και μαζικές εκτελέσεις. Αποκεφάλιζαν 5-6 βαρυποινίτες μαζί. Την πήγαιναν με το κάρο στο Μεσολόγγι, στη Θήβα, ή με το πλοίο στα μέρη όπου υπήρχε θάλασσα».

Η γκιλοτίνα όμως δεν είναι το πιο ανατριχιαστικό έκθεμα του μουσείου. Το βλέμμα σου παγώνει όταν σε μια τζαμαρία βλέπεις ταριχευμένα κεφάλια που ανήκαν σε διάσημους λήσταρχους που αλώνιζαν την ελληνική επαρχία αρχές του 20ού αιώνα. Τα παρατηρείς με ανάμεικτα συναισθήματα. Η φρίκη δίνει τη σειρά της στην ντροπή, που μετατρέπεται σε θαυμασμό και περιέργεια. Καταφέρνω και μετράω δειλά δώδεκα κεφάλια. Η διάσημη κεφαλή του Γιαγκούλα είναι διατηρημένη σε άριστη κατάσταση. Τα γοητευτικά χαρακτηριστικά του τρομερού και νεαρού αυτού άντρα παραμένουν αναλλοίωτα και μοιάζει σαν να κοιμάται ήρεμος – ο Γιαγκούλας πέθανε μόλις 25 ετών, προλαβαίνοντας να σκοτώσει 54 άτομα. Σε άλλα κεφάλια φαίνεται ξεκάθαρα η αιτία του θανάτου τους – οι πληγές από τα όπλα. Είναι η μόνη στιγμή που η κ. Λουτσίδου δεν μας αφήνει να φωτογραφίσουμε. «Θα ήταν προσβολή στη μνήμη των νεκρών» μας εξηγεί. Αναρωτιέμαι πώς τα κεφάλια έχουν καταφέρει να διατηρηθούν τόσο καλά και τόσα χρόνια. «Είχε γίνει πολύ καλή δουλειά από τον ιατροδικαστή Βασίλη Κωνσταντέλο. Τα κεφάλια ήταν από τότε που η ληστοκρατία στην Ελλάδα ήταν πολύ διαδεδομένη, τέλη 19ου αιώνα-αρχές 20ού. Μέχρι το 1920-1925 είχαμε πολλούς ληστές στην Ελλάδα. Ήταν επικηρυγμένοι όλοι. Τους σκότωνε η αστυνομία διά τουφεκισμού. Πολλά κρανία είναι παραμορφωμένα. Έκοβαν τα κεφάλια τους και τα έστελναν στο εργαστήριο της Ιατροδικαστικής για ταυτοποίηση, για να αποδείξουν ότι πράγματι τους σκότωσαν. Τα έβαζαν μέσα σε τενεκέδες με πετρέλαιο ή χοντρό αλάτι – έτσι λένε οι μαρτυρίες. Ο ιατροδικαστής Κωνσταντέλος τα έπαιρνε, τα καθάριζε, τα έβαζε μέσα σε φορμόλη, αφαιρούσε τον εγκέφαλο και τα γέμιζε με άχυρο. Έχει κάνει εξαιρετική δουλειά, γι’ αυτό και έχουν διατηρηθεί 100 χρόνια μετά. Έχουμε κεφάλια ληστών, όπως ο Μπαμπάνης και ο Νταβέλης». Υπάρχουν όμως και άλλα μουμιοποιημένα εκθέματα, όπως ένας τεράστιος σκελετός με το δέρμα ακόμη πάνω, που ανήκει σε ένα πτώμα που βρήκαν στη σπηλιά του Νταβέλη και έχει υποστεί ξηρή μουμιοποίηση. «Η φύση προκαλεί μουμιοποίηση, όταν οι συνθήκες αερισμού και θερμοκρασίας είναι οι κατάλληλες. Όταν αερίζεται καλά το πτώμα, δεν σαπίζει. Δεν επιτελείται σήψη αλλά μουμιοποίηση, δηλαδή μένουν μόνο τα οστά και το δέρμα. Υπάρχουν και αυτά που βρίσκονται μέσα σε υγρά παρασκευάσματα, όπως είναι τα νεογνά, τα βρέφη ή διάφορα ανθρώπινα μέλη, κεφάλια και κρανία που έχουν διατηρηθεί μέσα σε διάλυμα φορμόλης και παριστούν τον τρόπο θανάτου τους. Ορισμένα είναι από μωρά ανεγκέφαλα που γεννιούνται και πεθαίνουν. Ένα πόδι προέρχεται από τον βομβαρδισμό του Πειραιά από τους Άγγλους το 1943 –είναι καμένο–, άλλο ένα από καμένο από κεραυνό».

Πολλά από τα όπλα που εκτίθενται στο μουσείο έχουν μεγάλη ιστορική αξία, π.χ. τα τουφέκια Μυλωνά. Ο Μυλωνάς ήταν ένας Υδραίος οπλουργός και στρατηγός του στρατού του βασιλιά Γεωργίου Α’. Είναι όλα χειροποίητα και χρησιμοποιήθηκαν στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Χρονολογούνται από το 1876. Έχουμε και ένα όπλο πολύ σπάνιο, του 1831, τοπομαχικό, γαλλικό, του Όθωνα. Είναι πολύ βαρύ τουφέκι. Θεωρείται το τουφέκι των επάλξεων, των φρουρίων, της άμυνας των κτιρίων, και είναι για μακρινούς στόχους. Το χρησιμοποιούσαν επάνω στα κάστρα. Έβλεπαν τους πειρατές να έρχονται από μακριά και πυροβολούσαν σε πολύ μεγάλη απόσταση». Το Εγκληματολογικό Μουσείο σταμάτησε να έχει εισροή νέων πειστηρίων το 1950. Από το ’50 και μετά άρχισε να τα συλλέγει η Εγκληματολογική Υπηρεσία. Τελευταία αφήνουμε μια συλλογή από κέρινα ομοιώματα. Το παράδοξο και η ειρωνεία είναι πως αποτελεί ό,τι πιο φρικιαστικό βλέπουμε στο μουσείο. Όχι επειδή είναι κακοφτιαγμένα, αλλά επειδή αποδίδουν άριστα τις βλάβες που προκαλούνται από πυροβολισμούς, κάποιο κοφτερό όργανο, μαχαίρια ή διάφορα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα. Είναι μια εξαιρετική αναπαράσταση, σύμφωνα με την καθηγήτρια Λουτσίδου. «Είναι παλιά, της δεκαετίας του 1920-1930. Όλα αυτά τα έκαναν ο ιατροδικαστής Κωνσταντέλος με τον Μητρόπουλο, έναν γλύπτη που δούλευε κερί. Εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν έγχρωμες φωτογραφίες κι αυτοί, με τα χρώματα που έδιναν στις κακώσεις, αναπαριστούσαν απόλυτα τις βλάβες. Έχουν άριστο εκπαιδευτικό χαρακτήρα για τους αστυνομικούς και τους ειδικευόμενους ιατροδικαστές και συνεπώς πολύ μεγάλη αξία». Καθώς τελειώνει η περιήγησή μας, η κουβέντα με την κ. Στεφανίδου-Λουτσίδου αποκτάει πιο ανάλαφρο χαρακτήρα. Μας μιλάει για τη μεγάλη σημασία του αυτιού στην ταυτοποίηση στοιχείων και το πώς ο ιατροδικαστής Γεωργιάδης εισήγαγε τη μελέτη της ανθρωπομετρίας στην Ελληνική Αστυνομία. «Την παλιά εποχή, όταν δεν υπήρχε το DNA, το αυτί ήταν κάτι σαν το δακτυλικό αποτύπωμα. Όταν μπέρδευαν τα μωρά στο μαιευτήριο –κάτι που ήταν πάρα πολύ συνηθισμένο τότε– και τα έδιναν σε λάθος μητέρες, για την ταυτοποίησή τους κοίταζαν τα εξωτερικά ανατομικά του γνωρίσματα και χαρακτηριστικά, και το αυτί. Το αυτί μοιάζει είτε με του πατέρα είτε με της μητέρας μας – για την ακρίβεια, είναι ίδιο. Τελευταία οι Ολλανδοί κάνουν έρευνες επειδή λένε ότι όλοι οι εγκληματίες, οι κλέφτες ή οι ληστές, όταν πρόκειται να διαπράξουν το έγκλημα, το πρώτο που κάνουν είναι να βάζουν το αυτί τους στην πόρτα για να ακούσουν αν είναι κανείς μέσα στο σπίτι. Αφήνουν, επομένως, στην πόρτα το αποτύπωμα του αυτιού τους. Δακτυλικά αποτυπώματα μπορεί να μην αφήσουν, επειδή φοράνε γάντια. Και η αστυνομία τώρα μπορεί να πάρει αυτό το αποτύπωμα και μέσω αυτού να βρει τον δράστη. Γι’ αυτό, όταν βγάζει κάποιος ταυτότητα, το πρώτο που του λένε είναι ότι δεν πρέπει να φοράει σκουλαρίκια ή ότι τα μαλλιά πρέπει να είναι πίσω από τα αυτιά, επειδή θεωρούνται στοιχείο αναγνώρισης και ταυτοποίησης του ατόμου



Η κ. Στεφανίδου-Λουτσίδουείναι διευθύντρια του Εγκληματολογικού Μουσείου από το 2004. Το Μουσείο δεν είναι ανοιχτό στο ευρύ κοινό αλλά μπορείς να το επισκεφτείς αφού πρώτα κλείσεις ραντεβού με τη διεύθυνση. Συχνά φιλοξενούν σχολεία, αλλά με μεγαλύτερης ηλικίας μαθητές. «Τα μικρά παιδιά δεν πρέπει να βλέπουν τέτοια πράγματα». «Φροντίζουμε, όσο μπορούμε περισσότερο, μαζί με τους συνεργάτες μου, την επιτροπή του Εγκληματολογικού Μουσείου, που είναι ο κ. Σωτήρης Αθανασέλης, καθηγητής Τοξικολογίας, και ο Κωνσταντίνος Μωραîτης, επίκουρος καθηγητής Δικαστικής Ανθρωπολογίας, και με τη διευθύντριά μας στο εργαστήριο Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, την κ. Χαρά Σπηλιοπούλου, καθηγήτρια Ιατροδικαστικής». Τη ρωτάω ποιο έγκλημα πιστεύει ότι είναι το χειρότερο που έχει διαπραχθεί ποτέ στην Ελλάδα. Διστάζει αρχικά να μας απαντήσει. «Καταλληλότεροι είναι οι ιατροδικαστές να σας απαντήσουν και όχι εγώ, που είμαι τοξικολόγος. Υπάρχουν τόσα ειδεχθή εγκλήματα. Νομίζω πως ένα από αυτά είναι του Αθανασόπουλου. Τον σκότωσαν, τον τεμάχισαν, τον έκαψαν και τον πέταξαν στον Ιλισό».



Πηγή: Lifo.gr

Διαβάστε περισσότερα
Αφήστε το σχόλιο σας:
True.gr