Τα γεγονότα στην ολέθρια για τον Ελληνισμό μάχη του Αλή Βεράν στην Μικρά Ασία το 1922

Τι συνέβη στην μάχη του Αλί Βεράν που επέλεξε ο Ρ.Τ.Ερντογάν να την εορτάσει σήμερα ως την βασική νίκη που συνετέλεσε στην εκδίωξη των Ελλήνων από την Μικρά Ασία;

Ύστερα από την αποτυχημένη για τους Ελληνες έκβαση της μάχης του Σαγγαρίου ποταμού στις πύλες της Άγκυρας τον Ιούνιο του 1921, οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις που λάμβαναν μέρος στη Μικρασιατική εκστρατεία («Στρατιά Μικράς Ασίας») συνεπτύχθησαν, υποχωρώντας στις οχυρωμένες βάσεις εξόρμησής τους, επί της γραμμής Εσκί Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ, δυτικά του ποταμού Σαγγαρίου.

Η μάχη του Αλή Βεράν (17-20 Αυγούστου 1922) διεξήχθη σε ένα στενό πέρασμα ανάμεσα στους δίδυμους λόφους «Κιουτσούκ» και «Μπουγιούκ Αντά» και παρά τους πρόποδες των ορέων «Μουράτ», «Χασάν Ντεντέ» και «Αντά Τεπέ».

Αντίπαλοι ήταν, από τη μια τα Α΄ και Β΄ Σώματα του ελληνικού στρατού (υποστηριζόμενα από τις 9η, 12η και 13η Μεραρχίες πεζικού), με διοικητή τον αρχιστράτηγο Νικόλαο Τρικούπη και από την άλλη, τμήματα υπό την ηγεσία του ίδιου του Μουσταφά Κεμάλ, που αποτελούσαν τον κύριο όγκο της συνολικής δύναμης του τουρκικού στρατού.

Οι Τούρκοι δεν ήταν περισσότεροι αριθμητικά, ούτε είχαν περισσότερα βαρέα όπλα. Είχαν όμως ηθικό και ηγεσία, κάτι που η ελληνική πλευρά δεν είχε.

Η έκβαση της μάχης υπήρξε ολέθρια για τον Ελληνικό Στρατό, καθώς η πλειοψηφία των Ελλήνων στρατιωτών είτε φονεύθηκε, τραυματίσθηκε ή παραδόθηκε, ενώ επακολούθησε σφαγή αρκετών εκ των τραυματισμένων (και μέρους ακόμη των συλληφθέντων Ελλήνων), από Τούρκους ατάκτους και χωρικούς.

Δυστυχώς από το καλοκαίρι του 1921 έως τον Αύγουστο του 1922, ευρισκόμενη σε οικονομική δυσχέρεια, η κυβέρνηση των Αθηνών έστρεψε τη δραστηριότητά της στο διπλωματικό πεδίο, αναζητώντας συμβιβαστική λύση και δεν ενίσχυσε την Στρατιά, ούτε ενέκρινε επιθετικές επιχειρήσεις.

Κάτι ανάλογο έγινε και στην Κύπρο το 1974 μεταξύ του Α’ και του Β’Αττίλα.

Αντίθετα η τουρκική στρατιά η οποία βρήκε το χρόνο να ενισχυθεί σε άνδρες, πολεμοφόδια και υλικό.

Ωστόσο, η τουρκική πλευρά απέρριψε κάθε είδους μεσολαβητική πρόταση, επιδιώκοντας την ολοκληρωτική επικράτησή της στο στρατιωτικό πεδίο. Τα ξημερώματα της 15 Αυγούστου του 1922 (ανήμερα της χριστιανικής εορτής της Κοίμησης της Θεοτόκου) εκδηλώθηκε η κύρια αντεπίθεση των τουρκικών δυνάμεων σε βάρος της γραμμής του ελληνικού μετώπου, στον πλέον αφύλακτο νότιο τομέα τους, την περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ.

Αρχικά (16 Αυγούστου), η επίθεση αποκρούσθηκε από την ελληνική IV Μεραρχία Πεζικού στην τοποθεσία «Χαμούρκιοϊ-Ιμπουλάκ» (σκοτώθηκαν οι αξιωματικοί της Γεώργιος Παπαστεργίου, Γεώργιος Καλλιαγκάκης, Αθανάσιος Πουρνάρας κ.α.).

Τα ελληνικά τμήματα κυκλώθηκαν απο τίς τουρκικές μεραρχίες και υποχρεώθηκαν να αναχωρήσουν προς δυσμάς κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες.

Παράλληλα, η ελληνική XII Μεραρχία συμπτύχθηκε επιτυχώς με τη σύμπραξη των 33ου και 43ου Συνταγμάτων Πεζικού, που ανέκοψαν την προέλαση της 5ης Τουρκικής Μεραρχίας Πεζικού και της 1ης Τουρκικής Μεραρχίας Ιππικού, προξενώντας τους σημαντική φθορά.

Μετά τα δυο πρώτα 24ωρα της σύγκρουσης, ο ελληνικός στρατός απώλεσε την πρωτοβουλία των κινήσεων και η ηγεσία του βρέθηκε σε κατάσταση σύγχυσης, καθώς ο διοικητής της Ι Μεραρχίας υποστράτηγος Αθανάσιος Φράγκος και ο επικεφαλής του Α΄ Σ.Σ. υποστράτηγος Νικόλαος Τρικούπης αδυνατούσαν να συνεννοηθούν μεταξύ τους προκειμένου να καταστρώσουν κοινό σχέδιο δράσης.

Από την άλλη, οι τούρκοι επιτελείς είχαν καταρτίσει ευφυές (όπως αποδείχθηκε στην πράξη) σχέδιο εγκλωβισμού και εξολόθρευσης του ελληνικού στρατού[3]. Την έμπνευση της τουρκικής στρατιωτικής ηγεσίας περιγράφει επακριβώς απόσπασμα από ομιλία του Κεμάλ, ενώπιον της Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, στο οποίο διατύπωσε τα εξής: «Η ιδέα μας ήταν να δώσουμε μία μάχη συντριβής, συγκεντρώνοντας τις κύριες δυνάμεις μας επί μιας πτέρυγας, εάν ήτο δυνατό, έναντι της εξωτερικής πτέρυγας του εχθρού. Βρήκαμε ως λύση ορθή να συγκεντρώσουμε τις κύριες δυνάμεις μας νότια της δεξιάς πτέρυγας του εχθρού, η οποία βρισκόταν στη περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ και μεταξύ του ποταμού Τσάϊ και του Τουμλού Μπουνάρ. Εκεί βρισκόταν η σπουδαιότερη και η μάλλον εύτρωτος τοποθεσία του εχθρού. Υπήρχε η αντίληψη ότι το αποτέλεσμα θα ήταν ταχύ και αποφασιστικό εάν επιτιθέμεθα εκ της πλευράς αυτής».

Παρόμοια όμως ήταν η οδηγία επιχειρήσεων που είχε εκδώσει από τις 25 Ιουλίου ο Τούρκος επικεφαλής διοικητής του δυτικού μετώπου Ισμέτ Πασάς – Ινονού προς τους διοικητές των 1ης και 2ης τουρκικών στρατιών, όπου αναφέρει επακριβώς: «Αντικειμενικός σκοπός της επιθέσεως είναι να ριφθεί το κύριο εχθρικό σώμα προς βορρά, ηττώμενο σε γενική μάχη που θα αρχίσει και θα εξελιχθεί στο Αφιόν, στα όρη Ακάρ και τη προέκτασή τους».

Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του Γ.Ε.Σ.:

«Ο πανικός επετείνετο, η ανάμιξις των τμημάτων ηύξανε και ταχύτατα επηκολούθησε άτακτος φυγή. Το βαρύ και το πεδινόν πυροβολικό, τα αυτοκίνητα και τα λοιπά τροχοφόρα εγκατελείφθησαν υπό των φευγόντων επί της οδού. Εις μάτην ο Διοικητής της IV Μεραρχίας προσπάθησε να επαναφέρη την τάξιν δια της αποστολής αξιωματικών του Επιτελείου του, οι πανικόβλητοι εις ουδένα υπήκουον».


Πρόθεση του Τρικούπη ήταν να κατευθυνθεί προς το Μπανάζ, όπου βρισκόταν η δύναμη του Φράγκου και σύμφωνα με τη διαταγή του αρχιστράτηγου Χατζανέστη, να ενωθεί μαζί του και να υποχωρήσουν συντεταγμένα προς τη Σμύρνη.

Ωστόσο, ο εχθρός τον καθήλωσε και τον υποχρέωσε να οδηγήσει τις μονάδες του στο στενό του Αλή Βεράν, όπου είχε οι Τούρκοι είχαν προβεί στην εγκατάσταση ισχυρών οχυρωματικών θέσεων με μονάδες πυροβολικού.

Οι Ελληνες στρατιώτες εγκαταστάθηκαν στους δίδυμους λόφους Αντά, επιστρατεύοντας κάθε διαθέσιμη εφεδρεία. Ενώ η μάχη μαινόταν αμφίρροπη, ένας απεσταλμένος του διοικητή του 5/42 Συντάγματος Ευζώνων (ανθλγος Κωνσταντίνος Καραμάνος) κατέφθασε στο αρχηγείο του Τρικούπη και του μετέφερε μήνυμα σύμφωνα με το οποίο (Επίσημη Έκθεση-Αναφορά Νικόλαου Τρικούπη): «Ότι αποσταλείς σύνδεσμος μου ανέφερε προφορικώς, ότι υπήρχεν ήμιονική οδός, ήτη έκ τού χώρου τής μάχης εβαίνε προς τήν ύπό τού συνταγματάρχου Πλαστήρα κατεχομένην θέσιν, πρός νύκτα, εάν έπεθύμουν. Δεδομένου, όμως, ότι αί μονάδες εστερούντο τελείως, ου μόνον τροφών, αλλά καί ανεφοδιασμού, αν βεβαίως δέν θά επετύγχανον επί τών κορυφών τών ορέων τού Τουμλού Μπουνάρ, διά τούτο απεφάσισα, εάν ή μάχη εξειλίσσετο ομαλώς, μέχρις επελεύσεως τού σκότους, νά κατευθύνω τά στρατεύματα πρός Μπανάζ, όπου, ώς έκ τής προστασίας τού αποσπάσματος Πλαστήρα επί τού Χασάν Ντεντέ Τεπέ, υπήρχε μεγίστη πιθανότης νά συναντηθώ μετά τών Μεραρχιών 1ης και 7ης…».

Ο Τρικούπης (ως διοικητής του Α΄Σ.Σ.) με τη σύμφωνη γνώμη του στρατηγού Κίμωνα Διγενή (διοικητή του Β’ Σ.Σ.) έλαβε την απόφαση να μην υποχωρήσει άμεσα αλλά να συνεχίσει προς Μπουνάρ.

Με την ανατολή του ηλίου, οι τομείς των ελληνικών μεραρχιών Ι , ΙV και V, μεταξύ του ποταμού Ακάρ (παραποτάμου του ποταμού Σαγγαρίου) και του Τουμλού Μπουνάρ δέχθηκαν επίθεση από ανατολάς και νότου.

Οι ελληνικές μονάδες υπέστησαν καταιγισμό βολών πυροβολικού και είχαν τεράστιες απώλειες. Οι επιθέσεις του τουρκικού Πεζικού και Ιππικού που ακολούθησαν του κανονιοβολισμού, αποκρούσθηκαν χάρις στις ύστατες προσπάθειες των Ελλήνων στρατιωτών, όμως η πλάστιγγα σύντομα έγειρε σε βάρος τους. Αρκετά τμήματα πανικοβλημένα, διαλύθηκαν και επιχείρησαν να σωθούν με άτακτη φυγή, αλλά σφαγιάσθηκαν από τους Τούρκους ιππείς.

Σημειώθηκαν τότε πολλά περιστατικά που καταδείκνυαν το βαθμό του πανικού αλλά και της απελπισίας των ελλήνων στρατιωτών, όπως περιπτώσεις κατά τις οποίες αξιωματικοί πυροβολήθηκαν από τους λιποτακτούντες φαντάρους, που εν συνεχεία και στην προσπάθεια διαφυγής τους, προέβαιναν σε βιαιοπραγίες κατά τούρκων αμάχων.

Εξαίρεση αποτέλεσε η συντεταγμένη υποχώρηση του 5/42 Ευζωνικού Συντάγματος (Πλαστήρα) που κάλυψε επιτυχώς την υποχώρηση της 1ης μεραρχίας, υποχρεώνοντας τον αντίπαλο Τούρκο διοικητή Ρεσάτ Μπέη (ο οποίος απέτυχε να ανατρέψει τους Έλληνες από τη θέση τους στο ύψωμα 1310 εντός μίας ώρας, όπως είχε υποσχεθεί στο Κεμάλ) να αυτοκτονήσει από ευθιξία.

Ωστόσο, οι τουρκικές δυνάμεις κατέλαβαν ένα στρατηγικό σημείο, το «Δασωμένο Λόφο» που τους επέτρεψε να ελέγχουν το σύνολο του πεδίου μάχης.

Ο ταγματάρχης Βλάχος και αντισυνταγματάρχης Κωνσταντίνος Τσάκαλος προσπάθησαν να συγκρατήσουν τους άνδρες τους, αλλά δεν τα κατάφεραν, με τον δεύτερο να φονεύεται.

Επίσης, μαχόμενος έπεσε ο αντισυνταγματάρχης Αθανάσιος Σακέτας, που αρνήθηκε να παραδοθεί στους τούρκους και διέταξε γενική επίθεση των ανδρών του. Περαιτέρω, ο ουλαμός των υποψήφιων έφεδρων αξιωματικών εξολοθρεύτηκε ολοσχερώς.

Μέσα στη νύκτα της 17ης προς 18η Αυγούστου 1922, τα τμήματα του Τρικούπη προσπάθησαν να αναζητήσουν δίοδο σωτηρίας προς το Ουσάκ όπου γνώριζαν ότι θα βρισκόταν ο Φράγκου με τους δικούς του άνδρες.

Όμως, αποπροσανατολίσθηκαν λόγω του ορεινού εδάφους («Μουράτ Νταγ») και έχασαν το δρόμο τους περιπλανώμενα, με αποτέλεσμα να φτάσουν έπειτα από τρεις ολόκληρες ώρες στην περιοχή Ογιουτσούκ, όπου όμως -προς γενική απογοήτευση- δεν βρισκόταν πια ο Πλαστήρας με το Σύνταγμά του, έχοντας αποχωρήσει δυο ώρες πριν.

Το στενό πέρασμα είχε πια περιέλθει στην κατοχή του τουρκικού Ιππικού και ο Τρικούπης δίστασε να σχεδιάσει διάσπαση των εχθρικών θέσεων, με μόνο τον συνταγματάρχη Γαρδίκα (διοικητή της 9ης Μεραρχίας) να το επιχειρεί, να κατορθώνει το στόχο του και να φτάνει στην αμαξιτή οδό που συνέδεε το Τσεντές με το Ουσάκ.

Στις 19 Αυγούστου οι άνδρες του Τρικούπη και του Διγενή (ακολουθούμενοι από άμαχους πρόσφυγες ελληνικής και αρμένικης καταγωγής) μετέβαλλαν την κατεύθυνσή του δις, προκειμένου να αποφύγουν τις εχθρικές δυνάμεις που τους καταδίωκαν. Την επόμενη μέρα (20 Αυγούστου) εισήλθαν στο τουρκικό χωριό Καρατζά Χισάρ, συμπληρώνοντας ένα 5μερο πορείας και συνεχών μαχών.

Εκεί, γέροντες Τούρκοι τους πληροφόρησαν ότι το Ουσάκ είχε καταληφθεί. Κατόπιν της είδησης αυτής, αλλά και λόγω άρνησης των απολύτως εξουθενωμένων ανδρών τους να συνάψουν περαιτέρω μάχη, ο Τρικούπης και ο Διγενής (μαζί με τους συνταγματάρχες Μερεντίτη, Βασιλακόπουλο, Ιατρίδη και Καλιμπαλή[9]) και παρά τις αντιρρήσεις του ταγματάρχη Βλάχου που έσχισε τις επωμίδες του, αναγκάσθηκαν να γίνουν οι πρώτοι έλληνες στρατηγοί στα χρονικά που θα παραδίνονταν στους αντιπάλους τους, σε μια απόσταση 30 χλμ. μακριά από το Τουμλού Μπουνάρ, από όπου είχαν ξεκινήσει. Μάλιστα ο ίδιος ο Κεμάλ Ατατούρκ ενημέρωσε τον Τρικούπη πως είχε προαχθεί σε αντιστράτηγο, μετά την παύση του Χατζανέστη.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αρκετοί από τους μικρασιάτες εθελοντές που μετείχαν στις μονάδες προτίμησαν να αυτοκτονήσουν αντί να παραδοθούν ζωντανοί στους Τούρκους, οι οποίοι θα τους εκτελούσαν μετά από βασανιστήρια επί τόπου, ως ενόχους εσχάτης προδοσίας, καθώς θεωρούνταν Τούρκοι υπήκοοι.


Παρόμοια τύχη επιφυλάχθηκε και για τις μονάδες του υποστράτηγου Αθανάσιου Φράγκου, που από το πρωΐ της 19ης Αυγούστου είχαν συνενωθεί στο Ουσάκ με αξιωματικούς και οπλίτες της IV Μεραρχίας, υπό τον ταγματάρχη Τσολάκογλου.

Το βράδυ της 16ης Αυγούστου το σύνολο της δύναμης, πλην του 5/42 Συντάγματος το οποίο ήταν προωθημένο στην τοποθεσία Χασάν Ντεντέ Τεπέ, αναμένοντας να φτάσει εκεί ο Τρικούπης, ήταν καθηλωμένο στην περιοχή του Τσουρούμ Νταγ, στα δυτικά του Τουμλού Μπουνάρ. Ο Φράγκου δέχθηκε συνεχείς επιθέσεις τουρκικών δυνάμεων και υποχρεώθηκε να συμπτυχθεί προς τη σιδηροδρομική γραμμή ανατολικά του Ουσάκ, εγκαταλείποντας τις θέσεις του στην κοιλάδα Μπανάζ.

Στη μάχη που ακολούθησε, ο τομέας που κάλυπτε το 34ο Σύνταγμα (Ιωάννης Πιτσίκας) άντεξε αρχικά, αλλά όταν το 4ο Σύνταγμα (Χατζηγιάννη) υποχώρησε άτακτα χωρίς ιδιαίτερη πίεση, ολόκληρη η άμυνα κατέρρευσε. Στις 23 Αυγούστου ο Φράγκου με την υποστήριξη του Συντάγματος Πλαστήρα επικράτησαν των αντιπάλων δυνάμεων στη μάχη του Σαλιχλί, απωθώντας τους.

Στις 24 Αυγούστου οι άνδρες του Φράγκου έφθασαν καταπονημένοι στο Νυμφαίο, από όπου -παρακάμπτοντας τη Σμύρνη και υποστηριζόμενοι συνεχώς από τον Πλαστήρα- αναχώρησαν πάραυτα για τον Τσεσμέ, μέσω του οποίου διαπεραιώθηκαν στη Μυτιλήνη, μαζί με μικρές άλλες διασωθείσες μονάδες (τμήματα του Α’ Σ.Σ. υπό τον συνταγματάρχη Γονατά, άνδρες της ΙΙ Μεραρχίας και της Ανεξάρτητης Μεραρχίας υπό το στρατηγό Θεοτόκη κ.α.)[10] Παρά τις μεμονωμένες αυτές εξαιρέσεις, το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής στρατιάς είχε ηττηθεί ή αιχμαλωτισθεί.

Μια φάλαγγα 1.500 ανδρών με 82 αξιωματικούς υπό την ηγεσία του υποστράτηγου Δημ. Δημαρά και του συνταγματάρχη Κολλιδόπουλου παραδόθηκε στο όρος Μουράτ Νταγ, έχοντας μείνει χωρίς τροφή και πυρομαχικά. Μόνο μια μεγάλη μονάδα, η φάλαγγα υπό τον συνταγματάρχη Γαρδίκα κατάφερε να αποφύγει την αιχμαλωσία. Επίσης, 400 άνδρες κατόρθωσαν να διαφύγουν υπό την ηγεσία του δεκανέα Κομνηνού Πυρομάγλου.

Σύμφωνα πάντοτε με την επίσημα καταγεγραμμένη ιστορία του Γ.Ε.Σ./Δ.Ι.Σ. οι ελληνικές απώλειες ανήλθαν σε 2.000 νεκρούς, 4.000 τραυματίες και επιπλέον 190 αξιωματικούς (περιλαμβανομένου του Τρικούπη) και σχεδόν 4.500 στρατιώτες αιχμαλωτισθέντες.

Στις 17 Αυγούστου, παρά ταύτα, ο αρχιστράτηγος Χατζηανέστης είχε αποστείλει από τη Σμύρνη όπου βρισκόταν, τηλεγράφημα προς τις μαχόμενες δυνάμεις του μετώπου, αναφέροντας: «Ο ένδοξος Ελληνικός Στρατός, ο τόσας δάφνας δρέψας, ευρίσκεται μετά αγώνας τεσσάρων μόνον ημερών, και υπό την πίεσιν εχθρού ουχί υπερτέρων δυνάμεων, ένθεν του Τουμλού Μπουνάρ. Άνδρες και μεταγωγικά διαρρέουσι προς το εσωτερικόν.

Σώματα και Μεραρχίαι υποχωρούν άνευ διαταγής. Παρασκευάζεται ούτω κατάστασις φέρουσα το όνειδος, το αίσχος και την ατιμίαν. Αξιωματικοί, Υπαξιωματικοί και στρατιώται!

Δια την τιμήν σας, δια την τιμήν της Πατρίδος και του Ελληνικού ονόματος, ο εχθρός πρέπει να συγκρατηθή και να συντριβή ταχέως, ταχύτατα. Η προς την Σμύρνην άγουσα πρέπει να φραχθή δια των στηθών όλων σας και πάση θυσία, ως φέρουσα άλλως όχι μόνον προς την Σμύρνην, αλλά και προς την αιχμαλωσίαν και την ατίμωσιν.

Τονώσατε το ηθικόν και εμπνεύσατε εις τας ψυχάς πάντων ότι η σωτηρία έγκειται μόνον εις την συνοχήν και την πειθαρχίαν.

Πρέπει να εννοήσωσι πάντες ότι, μη απωθούντες τον εχθρόν, λιποψυχούντες και διαρκώς υποχωρούντες, θα επανέλθωσι μίαν ημέραν αλλ’ αργότερον εις την Πατρίδα και τα χωρία των, φέροντες επί του μετώπου των όχι την δάφνην ην μετά τόσους κόπους και μόχθους απέκτησαν, αλλά στίγμα, κηλίδα ανεξίτηλον, ρυπαίνουσα αυτούς και τους απογόνους των».

Στις 19 Αυγούστου, δυο ημέρες πριν παυθεί από τα καθήκοντά του, ο Χατζηανέστης στέλνει στον υποστράτηγο Φράγκου το εξής τηλεγράφημα:

«Κοινοποιήσατε εις άπαντας τους υφ’ υμάς την κάτωθι διαταγήν μου. Ως να μη ήρκει η ακατάσχετος υποχώρησις, ήτις τείνει να μετατραπή εις φυγήν, εμπρησμοί, ατιμώσεις, βιασμοί, σφαγαί συμπληρούσι την απαισίαν εικόνα.

Οι φυγάδες πληθύνονται, η αποσύνθεσις επεκτείνεται και όμως δεν απέχει πολύ η γραμμή ην ως έσχατον όριον της συμπτύξεως ώρισα και ένθεν της οποίας απαγορεύω απολύτως πάσαν υποχώρησιν άνευ ειδικής διαταγής μου, καθιστών ατομικώς υπευθύνους τους διοικητάς των μονάδων, καθ’ ων θα εφαρμόσω αμειλίκτως τον νόμον εάν αυτοβούλως άλλως ενεργήσωσιν.

Οι δειλοί, οι άνανδροι, οι φυγάδες ας απέλθωσι συναποφέροντες μετ’ αυτών το αίσχος και την ατίμωσιν, αλλ’ οι πιστοί εις τον όρκον των, οι αληθείς άνδρες, οι Έλληνες, όσοι και αν είναι, να παραμείνωσιν εκεί ακλόνητοι μέχρι της ελεύσεως των εκ Θράκης και Β. Μετώπου αναμενόμενων ενισχύσεων, διότι άλλως βαίνομεν ραγδαίως και αμετακλήτως προς τον όλεθρον και την καταισχύνην».

Στον αντίποδα, ο Κεμάλ τηλεγράφησε προκλητικά προς την ελληνική πλευρά: «Έλληνες, θυμηθείτε την ιστορία σας και σταθείτε να δώσετε μια μάχη» Σε άλλο σημείο, η ιστορία ΓΕΣ/ΔΙΣ αναφέρει: «Αι ελληνικαί δυνάμεις αίτινες επολέμησαν εις Αλή Βεράν, ετίμησαν τα όπλα των μέχρι τέλους. Αλλ’ οι ήρωες του σκληρού τούτου αγώνος, παρέμειναν αφανείς λόγω της ολέθριας εκβάσεως αυτού».

ΠΗΓΗ: www.pronews.gr