Όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης απείλησε με θάνατο τους προσκυνημένους και εκτέλεσε τον προδότη Νενέκο

Ο Νενέκος ήταν ο «Εφιάλτης» της ελληνικής επανάστασης. Αν και είχε αγωνιστεί γενναία στην επανάσταση στις μάχες του ’21, άλλαξε στρατόπεδο και προσκύνησε τον Ιμπραήμ.

Είχε γεννηθεί στο χωριό Ζουμπάτα και είχε πολεμήσει στις μάχες της Πελοποννήσου και στη Δυτική Στερεά Ελλάδα. Ήταν σπουδαίος αγωνιστής και τον δεύτερο χρόνο της επανάστασης εκστράτευσε στη Δυτική Στερεά Ελλάδα με 70 άνδρες υπό τον στρατηγό Κανέλλο Δεληγιάννη.

Για ένα διάστημα ήταν οδηγός του σώματος του Γενναίου Κολοκοτρώνη και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο Μακρυνόρος και έγινε ακόλουθος του Ανδρέα Ίσκου. Στην πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου εξεστράτευσε μαζί με τους Ανδρέα Ζαΐμη και Ανδρέα Λόντο και μέχρι το 1825 είχε πάρει μέρος σε πολλές μάχες εναντίον των Οθωμανών.

Ωστόσο, το 1825, όταν ο Ιμπραήμ εκστράτευσε στην Πελοπόννησο, τον προσέγγισε και τον έπεισε να αλλάξει στρατόπεδο χαρίζοντας του πλούσια ανταλλάγματα. Οι χωρικοί των Ζουμπατοχωρίων ήταν σε άθλια κατάσταση και ο Ιμπραήμ εκμεταλλεύτηκε τη δυσχερή θέση στην οποία είχαν περιέλθει.Τους επέτρεψε να έχουν εμπορικές συναλλαγές με τους Τούρκους της Πάτρας με αντάλλαγμα να υποταχθούν στον Σουλτάνο.

Ο Νενέκος ήταν από τους πρώτους που προσκύνησαν καθώς ο Ιμπραήμ του πρόσφερε χρήματα, άλογα, γαίες και ασυδοσία προς αυτόν. Ονομάστηκε Μπέης Νενέκος και έγινε επικεφαλής ενός σώματος 2.000 ενόπλων προσκυνημένων οπλαρχηγών που άρχισαν να πολεμούν τους Έλληνες επαναστάτες.

Σύμφωνα με τον Φωτάκο, πολλοί χωρικοί ακολουθούσαν πιστά τον Νενέκο και παρά τις προσπάθειες του Γέρου του Μοριά να τους αλλάξει γνώμη δεν τα κατάφερε. Η οργή του Κολοκοτρώνη ήταν τεράστια ιδιαίτερα όταν έμαθε ότι ο Νενέκος είχε την ευκαιρία να αιχμαλωτίσει ή να εξοντώσει τον Ιμπραήμ και δεν το έπραξε.

Το συγκεκριμένο περιστατικό περιγράφει ο Φωτάκος:

«Εἰς δὲ τὸν Ἰμβραὴμ ἐρχόμενον, ὡς εἴπαμεν, ἀπὸ τὰς Πάτρας εἰς τὰ Καλάβρυτα συνέβη τὸ ἀκόλουθον συμβάν. Ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ χάνι τοῦ Βερβαινίκου ἐκεῖ ἐπαραδρόμησε, καὶ χωρισθεὶς ἀπὸ τὴν φρουράν του ἐπλανᾶτο ἐμβὰς μέσα εἰς τὸ πλησίον δάσος.

Ἀφοῦ δὲ ἐπλανήθη ἕως ἕνα διάστημα, ἐννοήσας τὴν παραδρομήν, ἐπέστρεφε πάλιν ὀπίσω, καὶ κατὰ τύχην ἔπεσεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν Τουρκοπροσκυνημένων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν διαταγήν του παρηκολούθουν τὸν στρατόν του ὡς ὀπισθοφύλακες.

Ὁ Πασᾶς ἦτο μόνον καὶ ἀκολούθει αὐτὸν μόνον ἕνας Τοῦρκος τσιμπουκοδότης. Ὁλόκληρος δὲ αὐτὴν τὴν ἡμέραν ἐβάδιζε μὲ τὸν Νενέκον, καὶ ἐφρουρεῖτο ἀπὸ τοὺς μισθωτοὺς Ἕλληνας.

Ἀπὸ δὲ τὸ χάνι τοῦ Βερβαινίκου ἕως τὸ Λιβάδι τῆς Σάλμενας, ὅπου ἐστρατοπέδευσε τὸ διάστημα εἶναι ὀκτὼ περίπου ὡρῶν. Καθ᾿ ὁδὸν δὲ καὶ εἰς τοῦ Δεσπότη τὴν βρύσιν λεγομένην, ἐκεῖ ὁδὸν δὲ καὶ εἰς τοῦ Δεσπότη τὴν βρύσιν λεγομένην, ἐκεῖ ἐκοιμήθη πολλὴν ὥραν ἀπὸ κάτω εἰς ἕνα δένδρον ἕως ὅτου ἡ ζέστα ἐπέρασεν.

Ἔπειτα δὲ ἀφοῦ ἐξύπνησεν, οἱ Ἕλληνες τοῦ ἔδωκαν τροφὴν καὶ ἔφαγε, καὶ μετὰ ταῦτα συνώδευσαν αὐτὸν ἕως τὸ βράδυ καὶ τὸν ὡδήγησαν ἀσφαλῶς εἰς τὸ στρατόπεδον. Φθάσας δὲ ὁ Ἰμβραὴμ εἰς τὸ στρατόπεδον ἐθύμωσε καὶ ἐμάλωσε ὅλους τοὺς σωματάρχας του.

Ἔπειτα ἐπαίνεσε τὸν Νενέκον διὰ τὴν πίστιν του, καὶ παρησίᾳ μάλιστα τὸν ἐχάϊδευσε μὲ τὰ χέρια του ἐνώπιον τῶν ἐπισήμων Τούρκων.

Ἔπειτα δὲ ἔγραψε καὶ ἐσύστησε πρὸς τὸν Σουλτάνον τὸν Νενέκον διὰ τὴν τοιαύτην πίστιν καὶ εὐεργεσία πρὸς αὐτόν, καὶ ὁ Σουλτάνος τὸν ὠνόμασε Μπέην καὶ τοῦ ἐχάρισε πολλὰς γαίας, καὶ οὕτως ἔκτοτε ὁ Νενέκος ἐλέγετο Μπέης ἀπὸ τοὺς Τούρκους.

Ὁ δὲ Νενέκος τότε ἐλάμβανεν αἰχμάλωτον τὸν Ἰμβραὴμ, ἐὰν ἤθελε. Μάλιστα δὲ ἐκεῖ πλησίον ἦτο τὸ μοναστῆρι τῆς Μακελαριᾶς ὀνομαζόμενον, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀπόρθητον. Πλησίον δὲ ἦτο ἐπίσης καὶ ἀσφαλέστερον ἐκείνου τὸ Μέγα Σπήλαιον, οἱ δὲ Τοῦρκοι δὲν θὰ ἐγνώριζαν τὶ ἔγεινεν ὁ ἀρχηγός των, ἀλλ᾿ ὁ ἀσυνείδητος αὐτὸς ἄνθρωπος ἐφύλαξε τὴν πίστιν του πρὸς τοὺς Τούρκους.

Ὅλα δὲ ταῦτα ἔμαθεν ὁ Γενικὸς Ἀρχηγός, καὶ ἀγανακτήσας ὡρκίσθη παρρησία ἡμῶν εἰς τὸν Μεγάλον Θεὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ εἶπεν, ὄτι ἐπιθυμεῖ τὸν φόνον τοῦ Νενέκου, καὶ ἂν τὸν εὕρισκε πουθενὰ μὲ τὰ ἴδιά του χέρια τὸν ἐφόνευε, (πρᾶγμα πολὺ παράξενον καὶ πρωτάκουστον ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ Κολοκοτρώνη νὰ ὁμιλῇ περὶ φόνου, καὶ ὅτι μόνος του θέλει νὰ τὸν κάμῃ). Μετὰ δὲ ταῦτα ὁ Ἀθανάσιος Σαγιᾶς ἐφόνευσε τὸν Νενέκον».

Η δολοφονία του Νενέκου

Ο Κολοκοτρώνης έδωσε εντολή στον καπετάνιο Αθανάσιο Σαγιά να δολοφονήσει τον Νενέκο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είναι γνωστές, αρχικά ο Σαγιάς το μετάνιωσε όμως οι άνθρωποι του Κολοκοτρώνη τον βρήκαν και τον έπεισαν να τον σκοτώσει. Ο Νενέκος έπεσε νεκρός το 1828 και η Οθωμανική Πύλη διαμαρτυρήθηκε στην ελληνική πολιτεία. Όμως ο Θόδωρος Κολοκοτρώνης είχε προειδοποιήσει τους Έλληνες ότι δεν θα έδειχνε έλεος σε κανέναν προδότη. Αυτό μαρτυρεί και η οργισμένη επιστολή που έστειλε το 1822 στους χωρικούς στην οποία διέταζε «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους»:

«Εις Ελόγου Σας χωρία της Λιοδώρας, όλα από Ζάτουνα έως Ασπρα Οσπήτια. Ευθύς όπου λάβετε το παρόν μου να ακούσετε την φωνήν του γενναιοτάτου χιλιάρχου Δημητράκη Πλαπούτα, τον οποίον διορίζω με πληρεξουσιότητα να πάρη τα άρματα σας και όλοι μαζύ να ελθήτε το ογληγορώτερον κατά το χρέος σας. Του έδωσα άδεια δια εκείνους από εσάς όπου δεν θελήσουν να θύση και να απολέση με φωτιά και τζεκούρι, οι δε λοιποί είσθε εις την αγάπην μου και κάμνετε το χρέος σας με προυθυμίαν, και ελπίζω ότι θ’ ακολουθήσετε χωρίς δυσκολίας. Ακολουθήσατε λοιπόν καθώς σας γράφω και ακολουθήσατε τον Καπιτάν Δημητράκη να προφθάσετε το ογληγορώτερον.

15 Ιουνίου 1822, Σαραβάλι εκ της πολιορκίας Πατρών.

ΠΗΓΗ thecaller