O Έλληνας δολοφόνος που πιάστηκε στην Aμφιλοχία και αναζητούσαν 31 χρόνια οι αστυνομικές αρχές της Γερμανίας.

Ένας κάτοικος Αμφιλοχίας χρειάστηκε να αρρωστήσει, για να αποκαλυφθεί ότι ήταν… δολοφόνος τον οποίο αναζητούσαν επί 31 χρόνια οι αρχές της Γερμανίας!

Ο 69χρονος -σήμερα- Έλληνας κρυβόταν όλο αυτό το διάστημα στην περιοχή της Αμφιλοχίας όπου ζούσε μόνιμα, καθώς είχε καταφέρει να διαφύγει από την πόλη Χάγκεν του κρατιδίου της Βόρειας Ρηνανίας- Βεστφαλίας όπου φέρεται να είχε δολοφονήσει μια 25χρονη Γερμανίδα το 1989.

Ωστόσο, το νήμα της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται όταν χρειάστηκε να διακομισθεί στο Κέντρο Υγείας Αμφιλοχίας.

Του έγινε έλεγχος και διαπιστώθηκε ότι εις βάρος του εκκρεμούσε Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για ανθρωποκτονία, που ήταν σε εκκρεμότητα για 31 ολόκληρα χρόνια. Ο 68χρονος συνελήφθη, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Αγρινίου, όπου παρέμεινε για νοσηλεία φρουρούμενος, ενώ, μόλις αποθεραπευτεί, θα ξεκινήσει η διαδικασία για την έκδοσή του στη Γερμανία.

«Περιμένουμε την ανακοίνωση έκδοσης από την Ελλάδα και ξεκινάμε τη διαδικασία», δήλωσε ο Γενικός Εισαγγελέας Dr. Gerhard Pauli, σύμφωνα με ρεπορτάζ του come-on.de.

Το χρονικό της δολοφονίας

Η δολοφονία έγινε στις 6 Απριλίου 1989 σε πάρκινγκ στο Πλέτενμπεργκ. Σύμφωνα με το ρεπορτάζ ο τότε 37χρονος Σ. Κ. είχε ελπίδες να συνάψει σχέση με την 25χρονη, που ήταν σύζυγος του φίλου του. Όταν τον ενημέρωσε ότι δεν ήθελε σχέση μαζί του, αναφέρει η γερμανική εφημερίδα, κι ότι δεν θα άφηνε ποτέ τον σύζυγό της, η κατάσταση τέθηκε εκτός ελέγχου. Ακολούθησε τη γυναίκα με το αυτοκίνητό της και την πυροβόλησε.

Οι δύο σφαίρες πέτυχαν τη γυναίκα στο κεφάλι και άλλες τέσσερις στον θώρακα. Όταν έφτασαν στο σημείο οι αρχές, ήταν πολύ αργά. Η 25χρονη είχε βρει ακαριαίο θάνατο.


Ο συλληφθείς κατηγορείται ότι διέφυγε με μία κόκκινη Mercedes και κατάφερε να ζει ανενόχλητος για δεκαετίες. Ήρθε στην Ελλάδα μέσω Ιταλίας και συγκεκριμένα από το Μπάρι.

Στην περιοχή της Αμφιλοχίας, όπου βρήκε καταφύγιο, ισχυριζόταν ότι τα προηγούμενα χρόνια ήταν μετανάστης στην Αυστραλία. Οι γερμανικές αρχές υπέθεταν ότι ζούσε είτε στην Ιταλία, είτε στην Ελλάδα. Ωστόσο δεν κατάφεραν ποτέ να εντοπίσουν τα ίχνη του.

Από την άλλη, το θύμα της δολοφονίας, ενταφιάστηκε στις Φιλιάτες, μόλις δύο ώρες με το αυτοκίνητο από τον τόπο που έμενε ο φερόμενος ως δολοφόνος της.

Στην Ελλάδα μετακόμισαν ο σύζυγος και οι δυο κόρες της. Σήμερα, ο σύζυγος και η μεγάλη κόρη ζουν στην Στουτγάρδη, ενώ η μικρότερη μένει στην Ελλάδα, όπου έχει φτιάξει οικογένεια.

«Ήταν πολύ τραυματικό»

Ο Γρηγόρης Αλεξίου, αδερφός του θύματος, αναφέρει στη γερμανική εφημερίδα ότι η υπόθεση ήταν πολύ τραυματική εκείνη την εποχή.

Στις 6 Απριλίου, τον επισκέφθηκε στο βενζινάδικο που εργαζόταν η φίλη της αδερφής του που τη συνόδευε την ημέρα που έχασε τη ζωή της από πυροβολισμούς. Ήταν σε σοκ αλλά του είπε τα θλιβερά μαντάτα. «Ειδοποιήσαμε αμέσως την αστυνομία και τις υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης και οδήγησα την αστυνομία στο σημείο του εγκλήματος», είπε.


Ο ίδιος περιγράφει τις «ενοχλητικές και τραυματικές εικόνες» που αντίκρισε στον χώρο στάθμευσης. Οι έρευνες του Μπόκερ έδειξαν ότι ο δολοφόνος είχε πυροβολήσει οκτώ φορές με όπλο μέσω των πλευρικών παραθύρων του Opel Kadett κατά της 25χρονης.

«Μέχρι σήμερα αδιανόητο»

Η φίλη του θύματος που ήταν παρούσα στην αιματηρή πράξη στη Γερμανία υπέφερε από την τραυματική εμπειρία για μεγάλο χρονικό διάστημα. Πλέον ζει κι αυτή στην Ελλάδα. «Κανείς στην οικογένειά μας δεν μπορούσε να πιστέψει τι συνέβη εκεί. Είναι ακόμα ακατανόητο μέχρι σήμερα», λέει ο αδελφός της νεκρής, Γρηγόρης Αλεξίου.

Ο τότε 37χρονος φερόμενος ως δράστης ήταν γνωστός στην οικογένεια ως φίλος του συζύγου του θύματος. Ο γενικός εισαγγελέας Dr. Gerhard Pauli, μετά από ερώτηση ανέφερε ότι ο 68χρονος πλέον κατηγορούμενος είχε απασχολήσει τις Τοπικές Αρχές και πριν από το έγκλημα.

Πληροφορίες αναφέρουν ότι είχε απειλήσει την 25χρονη πριν τη δολοφονία της. Πέντε χρόνια πριν το έγκλημα, ο κατηγορούμενος φέρεται ότι μαχαίρωσε από ζήλια τον γαμπρό του με ψαλίδι 24 φορές, επειδή τον έπιασε να πίνει καφέ με τη γυναίκα του, με αποτέλεσμα να του επιβληθεί ποινή φυλάκισης. Πιθανώς αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο το θύμα είχε ζητήσει από τη φίλη της να τη συνοδεύσει στη συνάντηση στις 6 Απριλίου 1989.

Η ελπίδα της οικογένειας για μία δίκαιη τιμωρία

«Νομίζω ότι ήθελε απλώς να του πει ότι αρνήθηκε την πρότασή του να έρθουν πιο κοντά επειδή ήταν παντρεμένη και ευτυχισμένη», λέει ο αδελφός, ο οποίος περιγράφει την αδερφή του ως «πραγματικό άνθρωπο της οικογένειας και στοργική μητέρα».

Η σύλληψη προκάλεσε ανακούφιση στην οικογένεια. Ωστόσο ήρθε πολύ αργά και δεν αρκεί για τους δικούς της ανθρώπους και κυρίως για τις κόρες της που την έχασαν τόσο νωρίς.