Το ελληνικό συγκρότημα που διαλύθηκε στην άσφαλτο: Η τραγωδία που έκανε γνωστό τον Έρικ Κλάπτον στην Ελλάδα

Την εποχή που οι ήχοι της ροκ έκαναν την «επανάσταση» τους και τάραζαν τα νερά της μουσικής διεθνώς, δύο ελληνικές μπάντες ανέλαβαν να μυήσουν το κοινό στο υπό διαμόρφωση είδος, ως οι πρώτοι «πρεσβευτές» του στη χώρα μας.

Οι MGC και οι Juniors ήταν τα συγκροτήματα που πρώτα έπιασαν στην Ελλάδα το σφυγμό της ροκ, διασκευάζοντας στις βραδινές εμφανίσεις τους τα πρώτα hits της εποχής και παράγοντας τη δική τους μουσική. Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 η δημοφιλία των Juniors στο νεανικό κοινό αυξανόταν με ρυθμούς που πρόδιδαν ότι κάτι πολύ σπουδαίο για την ελληνική μουσική κυοφορούνταν στις νεότευκτες μουσικές σκηνές της Κυψέλης και ειδικά στο θρυλικό «Igloo», που «ξεπούλαγε» σε κάθε live των πέντε εξαιρετικών μουσικών.

«Ψυχή» και οργανίστας της μπάντας ήταν ο Θάνος Σουγιούλ, γιος του μεγάλου συνθέτη Μιχάλη Σουγιούλ, τραγουδιστής ο Γιώργος Τσίκνης, πιανίστας ο Λάκης Βλαβιανός (αργότερα συνθέτης των μεγάλων διεθνών επιτυχιών του Ντέμη Ρούσου), ντράμερ ο Τζίμης Νταής, μπασίστας ο Εύρης Παρίτσης και κιθαρίστας ο Αλέκος Καρακαντάς, η μαεστρία του οποίου στις χορδές είχε αποκτήσει διαστάσεις αστικού μύθου από (αθηναϊκό) στόμα σε στόμα.

Οι μεγαλύτερες έως τότε επιτυχίες του συγκροτήματος ήταν το «Special 65 Υanka» και το «Ιt’s so easy» του Μπάντι Χόλι, σε μια σχεδόν άψογη διασκευή.

Στις 17 Οκτωβρίου του 1965 οι Juniors επρόκειτο να δώσουν μεγάλη συναυλία στον κινηματογράφο Τερψιθέα στον Πειραιά, ένας χώρος που τότε φάνταζε ως το κόκκινο χαλί προς την καταξίωση.

Μια Κυριακή, πριν, στις 10 Οκτωβρίου ο μάνατζερ της μπάντας, Γιάννης Κρασούδης, ο Θάνος Σουγιούλ και ο Αλέκος Καρακαντάς μπαίνουν στο Peugeot του πρώτου, με προορισμό μία καφετέρια στο Τατόι. Συνεπιβάτες είναι η σύζυγος του πρώτου, Ελένη και η σύντροφος του δεύτερου, Νανά Μπενετού.


Ο Θάνος Σουγιούλ


Είναι 18:15 το απόγευμα και ο δρόμος είναι ολισθηρός λόγω βροχής. Κοντά στις εργατικές κατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας, ένα φορτηγό επί της Αθηνών – Λαμίας ντεραπάρει, περνάει τη διαχωριστική νησίδα, που δεν είχε προστατευτικά κιγκλιδώματα, μπαίνει στο αντίθετο ρεύμα και καρφώνεται πάνω στο ΙΧ της παρέας.

Ο θάνατος είναι ακαριαίος για τους τέσσερις από τους πέντε επιβαίνοντες. Από τα συντρίμμια του αυτοκινήτου ανασύρεται ζωντανός – βαριά τραυματισμένος – μόνο ο 19χρονος Καρακαντάς. Με σπασμένο χέρι και πόδι, μένει στην εντατική 23 ημέρες σε κωματώδη κατάσταση και τελικά βγαίνει νικητής στη μάχη για τη ζωή του.

Είναι το μόνο παρήγορο μιας τραγωδίας που συγκλονίζει την Αθήνα της εποχής και γίνεται πρώτο θέμα στον Τύπο. Επί ημέρες πολλές αναβιώνει η κουβέντα για την ανύπαρκτη οδική ασφάλεια, που κόβει διαρκώς το νήμα της ζωής νέων ανθρώπων. Στην κηδεία του 25χρονου Σουγιούλ ο σπαραγμός είναι εκκωφαντικός. Χιλιάδες νεολαίοι – τα κορίτσια όλα μαυροφορεμένα – συνοδεύουν στην τελευταία κατοικία του τον αδικοχαμένο καλλιτέχνη.

Το δυστύχημα ανέκοψε μια για πάντα την ανοδική πορεία των Juniors, ενώ μετέτρεψε εκείνη τη συναυλία της 17ης Οκτωβρίου σε μία από τις πιο ιστορικές που έχουν γίνει ποτέ στην Ελλάδα. Ο λόγος δεν ήταν μόνο ότι λειτούργησε ως ρέκβιεμ για τον Σουγιούλ και τον Κρασούδη, σε μια άκρως φορτισμένη συγκινησιακά ατμόσφαιρα, αλλά και ότι σε εκείνη έπαιξε από «σπόντα» ο μεγαλύτερος ίσως κιθαρίστας του κόσμου εκείνη την εποχή.

Την Κυριακή εκείνη στην Τερψιθέα δεν έπεφτε καρφίτσα, ο συναυλιακός χώρος είχε γεμίσει από τις 8:30 το πρωί (!) και κάποιες χιλιάδες νέοι «καταδέχτηκαν» να μείνουν απέξω και να πάρουν ήχο από τα μεγάφωνα. Αρχικά η συναυλία επρόκειτο να ματαιωθεί, ο Νίκος Μαστοράκης όμως, που ανέλαβε να μανατζάρει την μπάντα, το πήρε πάνω του και αναβαπτίζει το συγκρότημα σε «Four Juniors». Όταν, εν μέσω αποθέωσης, βγαίνουν στη σκηνή οι Four Juniors – ο Τσίκνης, ο Βλαβιανός, ο Νταής και Παρίτσης – δεν είναι τέσσερις, αλλά… πέντε.


Τα μέλη των Juniors και δεξιά ο μαυροφορεμένος Κλάπτον

Στο αριστερό άκρο της σκηνής, στέκεται ένας αδύνατος μακρυμάλλης κιθαρίστας – σε ρόλο back up του Καρακαντά – που πολύ λίγοι από το κοινό γνωρίζουν. Οι υπόλοιποι τέσσερις φορούν λευκό ζιβάγκο και «πένθος» στο αριστερό μπράτσο, εκείνος είναι αμιγώς μαυροντυμένος και όταν ξεκινάει τα σόλο του, η αίθουσα «ηλεκτρίζεται» από τους ήχους της κιθάρας του. Το πλήθος παραληρεί, όλα τα βλέμματα «παγώνουν» πάνω του. Σιγά σιγά το όνομά του ψιθυρίζεται μεταξύ των θεατών: Έρικ Κλάπτον!


Όσοι έτυχε να βρεθούν στο Igloo ένα από τα προηγούμενα βράδια, γνώριζαν και η είδηση μεταδόθηκε από στόμα σε στόμα. Στα 20 χρόνια του, μετέπειτα θρύλος του ροκ ήταν τότε ακόμα ένας άσημος στον διεθνή χώρο κιθαρίστας, που εκείνο τον καιρό πειραματιζόταν σε τυχοδιωκτικό επίπεδο.

O Κλάπτον είχε μόλις εγκαταλείψει τους Yarbirds, διαφωνώντας με την κυκλοφορία του (απολύτως επιτυχημένου πάντως) «For Your Love» και καταλογίζοντας στα υπόλοιπα μέλη της μπάντας απότομη εμπορική στροφή. Αν και σχεδόν απένταρος, αποφασίζει με μια παρέα νεαρών Άγγλων μουσικών να περιοδεύσει στην Ευρώπη. Η μπάντα λέγεται «Glands» και τα μέλη της φεύγουν από την Αγγλία χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, κυνηγώντας ευκαιρίες να παίξουν τα τραγούδια τους μπροστά σε κόσμο. Οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες, όπως περιγράφει ο ίδιος ο Κλάπτον στο βιβλίο του, αναγκάζονται να μένουν νηστικοί επί ολόκληρες ημέρες. «Πεινούσαμε τόσο που μια μέρα καταλήξαμε να φάμε ωμό κρέας από ένα κρεοπωλείο στη Θεσσαλονίκη! Τελικά όταν φτάσαμε στην Αθήνα βρήκαμε δουλειά, θα παίζαμε σ’ένα club που λεγόταν Igloo…»

Ο Κλάπτον ξεκίνησε να παίζει τον Αύγουστο του ’65 στην Ελλάδα με τη μετεξέλιξη των Glands, τους Faces, (όπου ντράμερ ήταν ο μετέπειτα ιδιοκτήτης της θρυλικής «Αυτοκίνησης», Μάκης Σαλιάρης). Φιλοξενούνταν τότε περιστασιακά στο σπίτι του μουσικού των MGC, Δημήτρη Πολύτιμου, δίνοντας μάχη για το καθημερινό χαρτζιλίκι.

Μετά το δυστύχημα της 10ης Οκτωβρίου, ο ιδιοκτήτης του Igloo, Γιώργος Καραμουσαλής ζήτησε από τον Κλάπτον να πάρει τη θέση του σοβαρά τραυματία Καρακαντά, ώστε το ελληνικό συγκρότημα να μη διακόψει τις εμφανίσεις του. «Με πλησίασε ο μάνατζερ και μου ζήτησε να παίξω με τους Juniors. Έτσι, ξαφνικά βρέθηκα να παίζω και στις δύο μπάντες, δηλαδή να έχω ένα εξάωρο συνεχές πρόγραμμα χωρίς καθόλου διάλειμμα», αναφέρει ο Κλάπτον στο βιβλίο του.

O κιθαρίστας, που σήμερα απολαμβάνει τη φήμη του εκ των κορυφαίων όλων των εποχών, έπαιξε με τους Juniors και στη Θεσσαλονίκη, προτού πάρει την απόφαση να επιστρέψει στην Αγγλία. Σύμφωνα με τον ίδιο αυτό συνέβη κάτω από κινηματογραφικές συνθήκες. «Όταν είπα στον ντράμερ των Juniors ότι σκεφτόμουν να φύγω, μου απάντησε “καλύτερα όχι, αν προσπαθήσεις να φύγεις ο μάνατζερ θα σε βρει και θα σου κόψει τα πόδια”! Κατάλαβα πως δεν αστειευόταν κι έτσι σχεδιάσαμε μια απόδραση. Είπα ότι πάω στην τουαλέτα και προχώρησα προς την μπροστά πόρτα, μπήκα στο αυτοκίνητο, και φύγαμε κατευθείαν για το σιδηροδρομικό σταθμό απ’ όπου πήραμε το τρένο για Λονδίνο, αφήνοντας τους Juniors για πάντα».

Μετά την αποθεραπεία του, ο Αλέκος Καρακαντάς επέστρεψε και πήρε ξανά τη θέση του στους Juniors, οι οποίοι διαλύθηκαν ωστόσο λίγο καιρό αργότερα, με τον κιθαρίστα να προσχωρεί στους We Five, με προεξέχουσα φυσιογνωμία τον Ντέμη Ρούσσο.

πηγη: menshouse.gr